‘’Κάνε το συναίσθημα γλυκό και όχι υστερία. Στα σύννεφα να μην πετάς μα κράτα και το ένα πόδι σου ψηλά, η Γη γερά θεμέλια έχει.’’
Αποφάσισα να
σκαρφαλώσω τα βράχια. Βούτηξα ξανά στη λίμνη και πιάστηκα από μία εύκολη
προεξοχή ενός βράχου. Σκαρφαλώνοντας, εκεί που ξεκίνησα με την σκιά να με
περιλούζει, άνοιξε θαρρείς το βουνό και με έλουζε ο ήλιος. Αισθανόμουν πάλι τον
ορίζοντα από την αριστερή πλευρά μου. Στα δεξιά μου είχε διάσπαρτα ανοιχτά μοβ
λουλούδια. Σκαρφάλωνα βρεγμένη μεταξύ σκιάς και φωτός, μέχρι που άρχισα να
βλέπω τα λουλούδια παγωμένα χωρίς να έχει όμως παγωνιά. Φτάνοντας στο τελείωμα
του βράχου που σκαρφάλωσα βρέθηκα μπροστά σε ένα μονοπάτι με ένα παγωμένο ρυάκι
να προσπαθεί να το διαποτίσει. Δεν έκανε κρύο. Περπατώντας, γύρισα και είδα έναν όμορφο μικρό κάκτο που
έμοιαζε με αλόε βέρα. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να κόψω ένα κομμάτι του και
πάνω που το άγγιζα βρέθηκα να γίνομαι μονοδιάστατη και μέρος μία επίπεδης μπεζ
αφίσας, με τον κάκτο να αποκτά μεγαλύτερο μέγεθος και περισσότερο έντονο χρώμα.
Άρχισα να βλέπω χωρίς να μπορώ να κουνηθώ ένα κόκκινο χρώμα χαμηλά στα πόδια
μου κι ένα συνδυασμό σιελ λευκό μπροστά στο ύψος των ματιών μου. Άφησα με
απρόσμενα βιαστικές κινήσεις τον κάκτο από το χέρι μου και βρέθηκε μπροστά μου
μία ορθογώνια τρισδιάστατη υγρή μα και στάσιμη κατασκευή. Ήταν από οριζόντιες
παχιές λωρίδες σιελ, λευκού και πράσινου χρωμάτων με τη σειρά από πάνω προς τα
κάτω. Έτσι όπως είχα μείνει ακίνητη και κάπως αποχαυνωμένη να την κοιτάω, όντας
ακόμα μέρος της μονοδιάστατης δικής μου αφίσας, άρχισε η κατασκευή να αλλάζει
χρώματα. Το σιελ γινόταν κίτρινο, το λευκό γκρι και το πράσινο έβγαζε μικρές
αποχρώσεις ροζ και κόκκινου. Διαφορετικό κόκκινο από αυτό είχα δει προηγουμένως
στα πόδια μου. Κατάφερα να χαμογελάσω και η ορθογώνια τρισδιάστατη κατασκευή
απέκτησε τα αρχικά της χρώματα και χάθηκε ξαφνικά από μπροστά μου. Άρχισα τότε
να βλέπω σαν σε όραμα το κίτρινο φόντο και το σκούρο βαθύ πράσινο χρώμα του
ξέφωτου από ζούγκλα που προσπαθούσα να φτάσω την προηγούμενη κολυμπώντας. Ήταν σα να με καλούσε το πράσινο πλατύ φύλλο
που με είχε διατάξει χθες να σταματήσω την μάταιη εκείνη προσπάθεια μου. Την
ίδια στιγμή που το διαισθάνθηκα χρώματα άρχισαν πάλι να πετάγονται γύρω μου.
Ροζ, λευκά, κόκκινα και ξαφνικά απέκτησα πάλι την υπόσταση μου, τον όγκο μου
και την ελεύθερη κίνηση μου. Γύρισα προς τα πίσω, προς το σημείο που έφτασα
εφόσον είχα σκαρφαλώσει, σε μία μικρή προεξοχή και οι αισθήσεις γύρω μου ήταν
συγκεχυμένες. Έβλεπα παντού γύρω μου μονοδιάστατα χρώματα σε ζώνες και μπορούσα
να ξεχωρίσω στην τρίτη διάσταση μόνο τον
εαυτό μου και την προεξοχή του βράχου όπου βρισκόμουν. Λύγισα το κορμί μου κι
έσκυψα μπροστά, ακουμπώντας το ένα χέρι μου στο στέρνο μου και με το άλλο
προσπαθούσα να κρατήσω ισορροπία. Σήκωσα λίγο το κορμί μου προς τα πάνω έχοντας
ωστόσο ακόμα λυγισμένα τα γόνατα μου και σήκωσα το ένα μου πόδι ψηλά. Τόσο όσο
να στέκομαι και να μην πέφτω. Ήθελα να κλάψω αλλά δεν μπορούσα, ήμουν σε
σύγχυση αλλά και με σταθερή τη συγκέντρωση μου. Έμεινα να αιωρούμαι με το ένα
πόδι μου ψηλά αναρωτώμενη αν έχω πέσει στα βαθιά σημάδια του βουνού.
‘’Η εμπιστοσύνη των βημάτων μας είναι πάντα
μετέωρη όταν ξεχνάς να χαμογελάσεις λίγο.’’
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου